ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, 01/04/2020

Γαυριώ : επαίρομαι, υπερηφανεύομαι, ιδίως για άλογο περπατά καμαρωτά, επί πραγμάτων είμαι δαψιλής, πλήρης, αλλά και για άνθρωπο χαίρομαι υπέρμετρα για κάτι, καμαρώνω για κάποιο κατόρθωμα : » αλλά δια να κερδίσει τον σκοπόν του, εσκόρπιζε αφειδώς τα χρήματα, όταν εφόνευε τινά εχθρόν του εφαίνετο πασιχαρής, και γαυριών διά την εκδίκησιν. «, από το βιβλίο : » Ιστορία του Σουλλίου και Πάργας «, Χριστόφορου Περραιβού, εκδ. Ν. Καραβία, 1857, και πρώτη ανατύπωση το 1990

ΠΤΩΧΟΠΡΟΔΡΟΜΙΚΑ, Α΄ ποίημα, ( μεταγραφή στα νέα Ελληνικά : Αντώνης Ψάλτης )

ΠΤΩΧΟΠΡΟΔΡΟΜΙΚΑ

 

( μεταγραφή στα νέα Ελληνικά : Αντώνης Ψάλτης )

…………………………………………………………………………………………

 

Α΄ ποίημα

Του Πρόδρομου κυρ Θόδωρου προς τον βασιλιά Μαυροϊωάννη

 

  1. Τι να προσφέρω δέσποτα, σε σέ, στεφανωμένε

ανταμοιβή ποιάν άραγε, ή χάρη να σου κάνω

ισάξια με τις λαμπρές, δικές σου ευεργεσίες

ποικίλες που μου γίνανε απ’ όλη την δύναμή σου ;

 

  1. Από καιρό ήδη πιο πριν, αλλά και πιο προσφάτως

δεν είχα γω ο δύσμοιρος σαν τι να σου χαρίσω

κατάλληλο στη δύναμη και στην ευγένειά σου

στην χάρη που σε διαπερνά, στην περηφάνειά σου

παρά ξανά τα άμετρα απλοϊκά στιχάκια

 

  1. παίζοντας μεν με σύνεση και δίχως καταισχύνη

αφού κι οι γέροι τραγουδούν, αλλά με σωφροσύνη.

μη τα περιφρονήσεις, πιο πολύ, λοιπόν, μην τ΄αποπέμψεις

σαν τα μπαχάρια δέξου τα, κι αν διόλου δεν μυρίζουν,

κι όσα ο δύστυχος θα πω φιλεύσπλαχνα ν’ ακούσεις.

 

  1. Κι αν φαίνομαι, δεσπότη μου, ότι σε περιπαίζω

θλίψη βαριά έχω πολύ και άπειρος ο πόνος

κι αφόρητη αρρώστια και πόνο μα και πάθος!

Πάθος επειδή άκουσα, λοιπόν, μη θεωρήσεις κήλη

Ούτε άλλο πια χειρότερο απ’ τα κρυφά σημεία

 

  1. Μήτε να βγάλεις κέρατα, μήτε να τουμπανιάσεις

μήτε να πάθεις καρδιακό, μήτε και πνευμονία

μήτε καούρα, διάρροια, μηδέ περιπνευμονία

από γυναίκα εριστική με τόση ευκινησία

προβάλλουσα προβλήματα και πιθανολογία.

 

  1. και με τη λογική, λοιπόν, προβάλλεται αφθόνως

Και θέλω ξάστερα να πω  αυτής την μοχθηρία,

αλλά φοβάμαι, δέσποτα, τους πλέον θρασυτάτους

αν μήπως και μ’ ακούσουνε και πάνε προς το σπίτι

αν μήπως και στα ξαφνικά παν και με ρουφιανέψουν

 

  1. και κάλλιο το χω, δέσποτα, να ζω και να με θάψουν

και να με βάλλουνε στη γη και να με περιχώσουν,

παρά να μάθει τίποτα απ’ όσα τώρα γράφω.

Γιατί το στόμα της αυτής και την οργή φοβάμαι,

Τις απειλές της τρέμω γω και την επίπληξή της.

 

  1. κι αν φτάσει μέχρι να φανεί κι η ξεροκεφαλιά της

και διαταγή στους δούλους της και στην τροφό αν δώσει

να πιάσουν να τραβήξουνε στη μέση να με σύρουν

και μου χαράξουν το κορμί με βούρδουλα που τσούζει

ποιος θα ’ρθει να εκδικηθεί, ποιος θα ’ρθει να με σώσει ;

 

  1. Μα ούτε έτσι θα γενεί, ούτε και κάπως άλλως

καιρός γι’ αυτό να σου τα πω όλα λιανά για μένα.

Δεν υποφέρω, δέσποτα, την τόση μοχθηρία,

τους κάθε μέρας χλευασμούς, και τις βρισιές της όλες ·

το “ δεν προσέχεις πια εμέ ”, το “ πρόσεξε τι λέγεις ”

 

  1. το “ έκανες κάτι για με ”, το “ τι μου έχεις δώσει ” ;

Ποιο ρούχο μου αγόρασες, ποιο ύφασμα μου πήρες ;

Καπέλο ποιο μου χάρισες ; Δεν είδα ευτυχία ·

Δώδεκα χρόνια σύζυγος ψυχρά και μαυρισμένα

Ούτε απ’ τον κόπο σου έβαλα παπούτσι εις το πόδι

 

  1. ούτε μετάξι έριξα στους λείους μου τους ώμους

ούτε πετράδι φόρεσα ποτέ στα δάχτυλά μου

ούτε βραχιόλι μου ’φερες για να το καμαρώνω.

Οι ξένοι μου κατέστρεψαν την προίκα των γονιών μου

κι εγώ στο πάτωμα γυμνή και παραπονεμένη.

 

  1. Ποτέ δεν μπήκα σε λουτρό, για να μη βγει η θλίψη

δεν έφτασε ποτέ φαΐ δυό μέρες να χορταίνω

στενάζω πάντα και θρηνώ κι οδύρομαι και κλαίω.

και όλα αυτά που μου ‘φερες, πάρτα αμέσως πίσω.

Πάρτο διπλό παλτό από μετάξι πίσω, καθώς και το κοστούμι μου

Με τον ψηλό μου κότσο.

 

  1. και τον μεγαλογράμματο χιτώνα τον με μεγάλα σχέδια

ή χάριστον ή πούλα τον ή όπου θέλεις δώστον·

τα λουτρικά τα τέλειωσες με πέτρες που χεις φτιάξει

κι η μαξιλαροθήκη σου θα είναι το βιός των γιων σου

και των γονιών σου το βιός και τα τεντζερικά σου

 

  1. αρκούνε για την προίκα τους, θαρρώ, των θυγατέρων ·

και συ ας είσαι σιωπηλός και δίχως μια σκοτούρα.

Με βλέπεις, άνθρωπε, καλά, διόλου δε με προσέχεις ;

εμένα μ’ υπολήπτονταν και συ ’σουν αγριάδας

εγώ υπήρξα ευγενής και συ φτωχός πολίτης

 

  1. εσύ ’σ’ ο πτωχοπρόδρομος και γω η Ματσουκίνη,

εσύ στην ψάθα ξάπλωνες και γω σε κρεβατάκι ·

εγώ ’χα προίκα αρκετή και συ μικρό μπαξίσι

εγώ ’χα ’σήμι και χρυσό εσύ μόνο μια σκάφη

και ζύμωνα ζεστό ψωμί κι ’χα μεγάλο τζάκι  ·

 

  1. αράζεις μες στο σπίτι μου και φράγκο δεν προσφέρεις,

μας έχει πέσει ο σοβάς, το πάτωμα χαλάει,

τα κεραμίδια πέφτουνε, η στέγη πια σαπίζει,

οι τοίχοι όλοι πέφτουνε, ο κήπος μαραζώνει,

φεγγίτης δεν απέμεινε, γύψος μηδέ καθρέφτης

 

  1. μηδέ κορνίζα έμεινε, μωσαϊκό κανένα

οι πόρτες μας εγείρανε καταστραφήκαν όλες

τα κάγκελα ξηλώθηκαν από τη μια άκρη ως πέρα

κι οι φράχτες όλοι πέσανε μέσα στο περιβόλι.

Πόρτα δεν άλλαξες ποτέ, μα ούτε καν σανίδι ·

 

  1. τον τοίχο δε μαστόρεψες, μητ’ ένα κεραμίδι,

μήτε μαστόρια φώναξες να τον μερεμετίσουν,

ούτε καρφί αγόρασες να φτιάξεις το σανίδι ·

σε βλέπουνε οι δούλοι μου και σ’ έχουνε για αφέντη,

φοβούνται, στέκονται στητά, δουλεύουν, σε τιμούνε ·

 

  1. εγώ βαστώ το σπίτι σου και είμ’ υποταγμένη

και με τροφό πολύ καλή φροντίζω τα παιδιά σου,

οικονομία κάνω γω, τρέχω, μοχθώ, φροντίζω

και ράβω από ύφασμα λινό και το φοράω ·

μ’ έχεις για νοσοκόμα σου μ’ έχεις παραδουλεύτρα,

 

  1. και φτιάχνω και τα βότανα και ράβω κι επιδέσμους ·

υφάντρα μ’ έχεις το λινό να γνέθω και να πλέκω

πουκάμισα και σώβρακα, μαζεύω και βαμβάκι ·

μ’ έχεις και για διακόνημα μ’ έχεις και πατριάρχη,

και βοηθό μαζί μ’ αυτούς να λέω τα μαντάτα  ·

 

  1. και σαν πουλάδα κάθεσαι κ’  αράζεις μες στη μάσα,

και κάθε μέρα προσδοκάς το τι θα σου προσφέρω.

Γιατί σε θέλω απορώ, δεν ξέρω τι σου βρήκα

κι αν στο κολύμπι κόταγες στην θάλασσα τι μπήκες,

μον’ ας καθόσουν φρόνιμος με δίχως καν σκοτούρες,

 

  1. κι ας έξυνες την κούτρα σου, κι ας άφηνες εμένα.

Κι αν ήθελες να ξεγελάς και να αποπλανήσεις,

ας έπαιρνες ομοία σου, κόρη του ταβερνιάρη

καμιά που να ’ταν άπορη και παρτσακλή επίσης,

ή χωριατούλι τροφαντό από τα καμποχώρια ·

 

  1. γιατί με αποπλάνησες εμέ την ορφανούλα

με τις πολλές τις τσάρκες μας και τα γλυκά λογάκια

και με τις συνοδείες σου και με τα κουμπαράκια ; ”

Εν συντομία, το λοιπόν, δεσπότη, δεσποτά μου,

ο δούλος σου απ’ τα πολλά σου έδειξα καμπόσα ·

 

  1. Κι αν ήθελα κάποια φορά να σου τα γράψω όλα,

ηρώων κατορθώματα θα έπρεπε να γράψω ·

όμως αρκούνε όλ’ αυτά να λάμψει η αλήθεια

κι ηλίου φαεινότερα τυγχάνει να ’ναι όλα ·

κι αν όλα πλάσματα του νου και φαντασίες είναι

 

  1. ψευδή τα πάντα, δέσποτα, κι ανόητα τα λέω

και μύθευμα τ’ αποκαλώ κι όλα φληναφίες ·

γιατί είναι μερικά ρητά με πίκρα φορτωμένα

Κι αυτή καθώς δεν δέχεται καμιά δικαιολογία

μαδάει το κορμάκι της, τρίχες της κεφαλής της

 

  1. μαζεύει τα παιδάκια της μαζεύει και την ρόκα,

και μπαίνει μες στο δώμα της σφαλίζει και την πόρτα,

λουφάζει, εξαφανίζεται, με παρατάει έξω.

Όπως το έκανε παλιά επίσης, δέσποτά μου,

όταν με εχαστούκισε χωρίς να χω τον νου μου  ·

 

  1. καθώς τότε που διάβηκα την πόρτα καβαλάρης,

κι ως είδε ότι ξεπέζευα κι πήγα να καθίσω,

χωρίς βοή, χωρίς τριγμούς, χωρίς καν φασαρία,

χωρίς βοήθεια φιλική από γερούς ανθρώπους,

χωρίς σημαίες και ραβδιά χωρίς αγγελιοφόρους,

 

  1. χωρίς να έχω όρεξη για μάχες και καβγάδες,

χωρίς νέων παλληκαριών παρέα μου να έχω

να μουρμουρίζει άρχιζε και να σιγογκρινιάζει.

Εγώ που ήμουν νηστικός από τον ερχομό μου,

μην κρύψω την αλήθεια μου και το ’χω μέγα κρίμα,

 

  1. σα να στεναχωρέθηκα κι άρχισα την κατσάδα,

και πάλι πια ως είθισται άρχισε να φωνάζει ·

τα “ τι θαρρείς και τσαμπουνάς ; ”, “ ποια δέρνεις ; ” και “ ποιος είσαι ; ”

“ ποια βρίζεις πρόσεξε καλά ” και “ ποια βρωμοχλευάζεις ”

“ δεν είμαι σκλάβα σου εγώ, δικιά σου υπηρέτρα ”

 

  1. “ πως τόλμησες το ράπισμα ” “ αισχύνη δεν σου μένει ”

που ήπιες ούλα τα ποτά, ξεπάστρεψες την βρώση,

τα πάντα εξαφάνισες και ’μεινα σαν ξεράδι.

Αν όμως δουν τα μάτια μου ποτέ τους αδελφούς μου,

και τότε αν σου ρίξουνε ένα καλό μπερντάχι

 

  1. και αν σου φορτώσω στο λαιμό τα τέσσερα παιδιά μας,

Και πάρω, βρε, για μένανε τα κέρδη τα δικά μου

και σε πετάξω εξ’ από δω με τυμπανοκρουσίες,

στραπάτσο στην υπόληψη μα και στο πρόσωπό σου

στραπάτσο και στην κούτρα σου που ειν’  καραφλιασμένη! ”

 

  1. Τα λόγια τούτα, το λοιπόν, τα άτιμα μου είπε,

κι εγώ σφαλιάρες ήθελα, δεσπότη, να της δώσω,

πλην όμως συλλογίστηκα, στον εαυτό μου είπα ·

“ Για την ψυχή σου, Πρόδρομε, κράτα την ψυχραιμία,

όσα κι αν λέει, βάσταξε, φανού εσύ γενναίος ·

 

  1. αν την χτυπήσεις πολλαχώς, που λένε και στις δίκες,

καθώς που γέρος είσαι πια, ισχνός σαν το καλάμι,

Μπορεί και την χερούκλα της απάνω σου ν’ απλώσει

Και να σε δείρει τόσο πια, που να σ’ εκσφενδονίσει

Αν όμως θες λίγο και συ κάπως να την φοβίσεις

 

  1. πιάσε τη βέργα, φώναξε, ρίξε το καπελάκι,

μια πέτρα ρίξε προς αυτή, μον’  κοίτα ν’ αστοχήσεις

και τρέξε τότε προς αυτήν τάχα να βοηθήσεις ·

κι όπως θα τρέχεις σκόνταψε, και ξαφνικά σωριάσου ·

μα πέφτοντας σηκώσου μπρός και πάλι ύβρισέ την,

 

  1. το βλέμμα σου αγρίεψε, λοξά να την κοιτάξεις,

το καπελάκι στράβωσε, σαν το λιοντάρι βρόντα ”.

Κι αφού δεν βρήκα ο δύστυχος ραβδί για να σηκώσω,

τσακώνω το σκουπόξυλο γοργά μες στην ανάγκη

με παρακλήσεις με ντροπή μ’ ευχές, και τότε είπα :

 

  1. “ Χριστέ μου άμωμε εσύ, εμπόδισέ την τώρα,

μην πάρει ξάφνου το ραβδί και με χτυπήσει πάλι,

και μου το στρέψει πάνω μου και με στραβοτσακίσει. ”

Όμως αυτή, θεοστεφή, πρώτος από τους όλους,

τα κλείδωσε όλα μαζί, κρασί μα και το ψωμάκι,

 

  1. σηκώνεται και κρύβεται και κλείνει και την πόρτα

αμέριμνη στο δώμα της και μέν’ αφήνει έξω.

Κρατώντας το σκουπόξυλο την πόρτα της βαρούσα ·

Λοιπόν, σαν αγανάκτησα σφοδρώς να την χτυπάω,

βρήκα τρυπούλα σφήνωσα της σκούπας μου την άκρη ·

 

  1. εκείνη όμως πήδηξε και άρπαξε την σκούπα

σαν ταύρος ωρυότανε, κι εγώ πάλι απ’ έξω ·

κι ως ήξερε ότι μπορώ με πείσμα να την σύρω

την σκούπα βάζει στη γωνιά, την πόρτα μου ανοίγει,

και ξάφνου γω στο πάτωμα ξαπλώθηκα τελείως.

 

  1. Σαν είδε ότι έπεσα, άρχισε να γελάει,

και βγαίνει και σηκώνει με  γοργά από κει χάμω,

και δήθεν κολακεύοντας μου λέει τα παρακάτω :

“ Ντροπή σου, κύριε, ντροπή δεν έχεις μία στάλα

δεν είσαι χωριατόπαιδο, νινί μικρό παιδάκι,

 

  1. τη δύναμή σου άδραξε, την φοβερή αντρεία,

και τίμα τους καλύτερους κι έχε σώας τας φρένας,

μην κάνεις τον παλληκαρά και μη σκυλογαβγίζεις ”.

Εν συντομία, το λοιπόν, αφού μου είπε τούτα,

στο δώμα πάλι κλείστηκε και κλείδωσε την πόρτα.

 

  1. Κι εγώ αμέσως έφυγα, στην κάμαρή μου πήγα

και στο κρεβάτι ξάπλωσα, τροφή και καρτερούσα.

Μα σαν η πείνα μ’ έκοψε, σηκώθηκα και πήγα

προς το ντουλάπι για να βρω, μα ήταν κλειδωμένο.

Και πάλι πίσω γύρισα και ξάπλωσα μονάχος

 

  1. συχνάκις στιφογύριζα κι εβλέπα προς την πόρτα.

Κι όταν η νύχτα έφτανε, βασίλευε κι ο ήλιος

εξαίφνης κάποιος φώναξε και ταραχή προήλθε

απ’ τα παιδιά μου δηλαδή ένα έπεσε κάτω

και σαν νεκρό στεκότανε σαν χτύπησε κει χάμω

 

  1. κι αμέσως ήρθαν γείτονες να μας παρηγορήσουν,

οι μάγισσες της περιοχής και οι κακολογίστρες

τότε να δεις πια ταραχή κι ορυμαγδό μεγάλο.

Γιατί ασχολούνταν με αυτό γυναίκες κι άλλοι τόσοι

που είχαν έρθει για να δουν

 

  1. του βρέφους μου τον πόνο

κρυφά επήρα το κλειδί κι άνοιξα το συρτάρι ·

κι αμέσως ήπια κι έφαγα και χόρτασα καλά μου,

κι τότε βγήκα και εγώ να κλάψω με τους άλλους.

Κι αφού το βρέφος έγιανε και έπαψε κι ο πόνος,

 

  1. μας αποχαιρετήσανε όσοι ήρθαν για βοήθεια ·

κι αφού επήρε η γυνή όλα της βλαστάρια,

μαζί τους μπήκε σπίτι μας, μα πάλι απομονώθη.

Κι εγώ μονάχος ξάπλωσα χωρίς παρηγορίες

χωρίς φαγί στα σκοτεινά και παραπονεμένος

 

  1. ταχιά πρωί σηκώθηκα και πήγα στο κρεβάτι,

και μάλιστα στην πόρτα της έκρουσα με το χέρι,

και την προσφώνησα κυρά και καλημέρα είπα

και τι ψυχή μου και καρδιά μ’ γιατί δεν μου ανοίγεις ;

και στεναγμός πολύ βαρύς εβγήκ’ απ’ την ψυχή μου.

 

  1. Κι αφού δεν άκουγα φωνή ούτ’ έναν να μιλάει,

ούτε κανένα ψίθυρο, ούτε κανένα νεύμα,

ξανά για πίσω γύρισα πηγαίνοντας ξοπίσω

και γύρισα με δάκρυα κι εκάθησα μονάχος

και, δέσποτα, τ’ απόγευμα ξανά απεκοιμήθην.

 

  1. Και μεσ τον ύπνο μύρισα φαϊ απ’ το τσουκάλι,

κι αμέσως απ’ τα βλέφαρα πετώντας μου τον ύπνο,

αναπηδώ, σηκώνομαι με όσφρηση μεγάλη,

καλύτερα κι από σκυλί που πάει σε κυνήγι,

και βλέπω χύτρα με φαΐ μέσα στην κάμαρή της.

 

  1. Και τα παιδιά μαζεύτηκαν και κάθισαν να φάνε,

και το τραπέζι στρώσανε με τα κουζινικά του.

Μόλις τα είδα, Δέσποτα, χαρά πολύ με βρήκε,

ελπίζοντας σε πρόσκληση να κάτσουμε να φάμε.

Μα όσο η ώρα πέρναγε και τίποτα δεν είδα,

 

  1. αμέσως ξανακάθισα με προσοχή μεγάλη,

και βρίσκω το ριχτάρι μου και πάνω μου το βάζω,

και της Τσομπρίτσας την ποδιά επάνω μου τυλίγω

και βάζω και στην κεφαλή κατσούλα και τουρμπάνι,

και γκλίτσα πήρα μια καλή και πάω στην κάμαρή της,

 

  1. μα σφαλιστή την εύρηκα και απ έξω εστεκόμην

και να φωνάζω άρχισα “ δωσ’ μου ελεημοσύνη,

μπροστά στην πόρτα στέκομαι, έλεος, υποφέρω ”.

Μα τα παιδιά αρνήθηκαν και να με βοηθήσουν,

μου πέταξαν ξύλα πολλά και πέτρες μου ερίξαν,

 

  1. κι από τη σκάλα μ’ έριξαν στα γρήγορα και χάμω.

Η μάνα τους με γνώρισε και είπε στα παιδιά της ·

“ Αφήστε τον, είναι πτωχός, μετανοών ζητιάνος ”.

Κι αφού το άκουσα αυτό χαρά μεγάλη πήρα

πως και την αφαγία μου τώρα θα την γιατρέψω.

 

  1. Γιατί αμέσως όταν πια ηρέμησαν οι παίδες,

ανέβηκα τη σκάλα μου, όπως αυτοί μου είπαν,

κι αμέσως μέσα πήδησα προσμένοντας ν’ ακούσω

πως θα με προσκαλέσουνε να φάω προσδοκούσα,

και μόλις είδα το πιατί γεμάτο από σούπα

 

  1. με λίγο κρέας μέσα της, με τις μπουκιές μεγάλες,

το πήρα μεσ στα χέρια μου κι ευφράνθη η καρδιά μου,

θωρώντας σούπα αρκετή, μεγάλα τα κομμάτια.

Ιδού τι έπαθα φρικτά, άρχοντα εστεμμένε,

από γυναίκα πονηρή, άπληστη και τρισαλιτηρία

 

  1. όταν με είδε να ‘ρχομαι ξανά στο σπιτικό μου.

Φιλεύσπλαχέ μου άρχοντα, πράξε ό,τι μπορέσεις,

με δώρα και κεράσματα εγώ να τη γεμίσω,

αλλιώς φοβάμαι μην αυτή συντόμως με φονεύσει

και χάσεις συ τον Πρόδρομο, που σ’ εύχεται τα πάντα.

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ , » ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΜΕΝΟΙΚΕΑ «, μτφ: Αντώνης Ψάλτης

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ, « ΕΠΙΣΤΟΛΗ  ΣΤΟΝ  ΜΕΝΟΙΚΕΑ »

(μετάφραση : Αντώνης Ψάλτης)

………………………………………………..

 

Χαίρε Μενοικέα !

Ούτε οι νέοι ν’ αναβάλλουν να φιλοσοφούν, ούτε οι ηλικιωμένοι να νομίζουν κουραστικό το να φιλοσοφούν. Γιατί κανείς δεν πρέπει να θεωρείται ανώριμος ή υπέργηρος για αυτό που υγιαίνει την ψυχή. Όποιος μάλιστα λέει ότι δεν ήρθε ο κατάλληλος καιρός για να φιλοσοφήσει, ή ότι πια πέρασαν τα χρόνια για φιλοσοφία, μοιάζει μ’ εκείνον που λέει ότι δεν ήρθε ακόμη η ώρα, ή πέρασε πια ο καιρός, για την επιδίωξη της ευτυχίας. Άρα πρέπει και οι νέοι και οι ηλικιωμένοι να φιλοσοφούν, οι μεν ηλικιωμένοι, έτσι ώστε με την ανάμνηση των όσων ευχάριστων προηγήθηκαν, να συνεχίζουν με νεανική διάθεση ν’ απολαμβάνουν τα καλά της ζωής, οι δε νέοι, ώστε με το να μην φοβούνται τα μελλούμενα, να συμπεριφέρονται ώριμα, όπως και οι μεγαλύτεροι. Πρέπει, λοιπόν, να μελετούμε εκείνα που οδηγούν στην ευτυχία, αφού πράγματι όταν είμαστε ευτυχισμένοι έχουμε τα πάντα, κι όταν δεν είμαστε κάνουμε τα πάντα για την ευτυχία μας. Κι αυτά να μελετάς και να πράττεις, όσα σου έχω ήδη πει, θεωρώντας τα ότι είναι οι αρχές για μια ευχάριστη διαβίωση.

Αρχικά θεωρώντας τον θεό ένα ζωντανό ον άφθαρτο και εύδαιμον, όπως η κοινή γνώμη έτσι πιστεύει, να μην αποδίδεις σ’ αυτόν τίποτα ξένο προς την αφθαρσία του και τίποτα ανοίκειο προς την ευδαινομία του. Αλλά κάθε τι που έχει την δύναμη να διαφυλάσσει την ευδαίμονη αφθαρσία του θεού να το θεωρείς καλό.

Διότι βεβαίως οι θεοί υπάρχουν, αφού η γνώση μας γι’ αυτούς είναι εναργής. Οι θεοί όμως δεν είναι έτσι, όπως οι πολλοί νομίζουν, γιατί οι περισσότεροι δεν τους διαφυλλάσουν στην σκέψη τους, όπως αρχικά τους συλλαμβάνουν με τον νου. Και μάλιστα δεν είναι ασεβής όποιος αμφισβητεί την άποψη των πολλών για τους θεούς, αλλά αυτός που αποδίδει στους θεούς την γνώμη των πολλών γι’ αυτούς. Γιατί πρόκειται για ψευδείς υποψίες, και όχι προλήψεις, οι γνώμες των πολλών για τις αποφάσεις των θεών, σύμφωνα με τις οποίες από τους θεούς προέρχονται και τα μεγαλύτερα δεινά, μα και τα οφέλη. Καθώς οι άνθρωποι, πάντα εξοικειωμένοι με τις δικές τους αρετές, αποδέχονται τους ομοίους τους, και ότι δεν είναι το ίδιο μ’ αυτούς το θεωρούν ξένο.

Συνήθισε την ιδέα ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτα για εμάς, αφού κάθε καλό ή κακό βρίσκεται στις αισθήσεις, κι ο θάνατος είναι βεβαίως η στέρηση των αισθήσεων. Εξ’ αυτού, λοιπόν, η σωστή γνώση, ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτα για εμάς, κάνει απολαυστική την θνητή μας ζωή, όχι γιατί προσθέτει άπειρο χρόνο σ’ αυτήν, αλλά αφαιρώντας τον πόθο της αθανασίας.

Γιατί καταλαβαίνεις ότι δεν υπάρχει τίποτα σκληρό στη ζωή, όταν πράγματι έχεις αντιληφθεί ότι στο να μην ζεις δεν υπάρχει επίσης τίποτα το σκληρό. Έτσι λοιπόν είναι ανόητος αυτός που λέει ότι φοβάται τον θάνατο, όχι γιατί θα λυπηθεί όταν παρουσιαστεί, αλλά από λύπη ότι πρόκειται να έρθει. Γιατί ότι δεν προξενεί πόνο, όταν θα έρθει, δίχως λόγο δημιουργεί λύπη με την σκέψη ότι θα έρθει. Το μεγαλύτερο των κακών, ο θάνατος, δεν μας αγγίζει, αφού όταν υπάρχουμε εμείς, δεν υπάρχει αυτός, κι όταν υπάρχει αυτός, δεν υπάρχουμε εμείς. Άρα ο θάνατος δεν υπάχρει ούτε για τους ζωντανούς, ούτε για τους πεθαμένους, μιας και στους ζωντανούς δεν υφίσταται, οι δε νεκροί δεν υπάρχουν.

Αλλά οι περισσότεροι άλλοτε αποτρέπουν την σκέψη τους από τον θάνατο, ως το μεγαλύτερο των δεινών, άλλοτε τον επιλέγουν για να ησυχάσουν από τις συμφορές της ζωής. Όμως ο σοφός ούτε παραιτείται από την ζωή, ούτε φοβάται να μην ζει. Ούτε ενοχλητικό του είναι να ζει, ούτε υποστηρίζει ότι είναι κακό το να μην ζει. Όπως δεν διαλέγει την πλησμονή τροφών, αλλά την ευχάριστη τροφή, έτσι και στην ζωή του δεν απολαμβάνει την διαρκέστερη, αλλά την πιο ευχάριστη. Κι αυτός που συμβουλεύει στον νέο να ζήσει καλά και στον γηραιό να μην υποφέρει στα γεράματά του είναι ανόητος, όχι μόνο γιατί η ζωή είναι επιθυμητή, αλλά και γιατί είναι ακριβώς το ίδιο η σπουδή της καλής ζωής και του καλού θανάτου. Χειρότερος μάλιστα από όλους είναι εκείνος που λέει ότι καλύτερο θα ήταν να μην γεννηθείς.

γρήγορα τις πύλες του Άδη να περάσεις,

αφότου γεννήθηκες

Γιατί αν το πιστεύει και το λέει, γιατί δεν αυτοκτονεί ; Αν τόσο σίγουρος είναι για την απόφασή του, ας το κάνει. Άν όμως αστειεύεται, είναι άφρων για πράγματα που πρέπει να τα παίρνουμε μόνο στα σοβαρά.

Και πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου, ότι το μέλλον δεν θα μας ανήκει πάντα, αλλά ούτε και δεν θα μας ανήκει πάντα, ώστε να μην το περιμένουμε πάντα με σιγουριά, ούτε να απελπιζόμαστε όταν δεν έρχεται.

Πρέπει μάλιστα να αναλογιζόμαστε ότι από τις επιθυμίες μας, άλλες είναι φυσικές, άλλες ανούσιες. Και από τις φυσικές άλλες αναγκαίες, άλλες απλώς και μόνο φυσικές. Από τις αναγκαίες κάποιες είναι αναγκαίες για την επίτευξη της ευδαιμονίας, κάποιες για την αποφυγή σωματικών ενοχλήσεων, και κάποιες για την ίδια την ζωή. Έτσι λοιπόν η απρόσκοπτη θεώρηση αυτών μας δίνει την γνώση της επιλογής ή της αποφυγής των επιθυμιών με κριτήριο την σωματική υγεία και την ψυχική ηρεμία, αφού αυτά συναποτελούν τον σκοπό της ευτυχισμένης ζωής. Και πράγματι κάνουμε τα πάντα για τούτο το σκοπό, να μην πονάμε και να μην φοβόμαστε. Άπαξ λοιπόν και το κατορθώσουμε αυτό, τότε απομακρύνεται κάθε δυσφορία της ψυχής, γιατί δεν θα έχει ανάγκη ο ζωντανός να πορεύεται προς κάτι που του λείπει, ούτε να ψάχνει κάτι άλλο με το οπoίο να συμπληρώσει το αγαθό της ψυχής και του σώματος. Γιατί τότε μόνο έχουμε ανάγκη την ηδονή, όταν με την απουσία της πονάμε, ενώ όταν δεν πονάμε δεν την αναζητούμε.

Γι’ αυτό, λοιπόν, λέμε ότι η ηδονή είναι η αρχή και ο σκοπός της ευτυχισμένης ζωής, γιατί αυτή θεωρούμε ως πρώτιστο και εγγενές σε μας αγαθό, και με βάση την ηδονή επιλέγουμε από την αρχή κάθε προτίμηση και κάθε απόρριψη, και σ’ αυτήν επιστρέψουμε για να αξιολογήσουμε με την συναίσθηση το κάθε αγαθό, και επειδή το αγαθό της ηδονής είναι το πρώτο και το έμφυτο σε μας, γι’ αυτό και δεν επιλέγουμε κάθε ηδονή, αλλά πολλές ηδονές τις αποφεύγουμε, όταν από την ικανοποίησή τους ακολουθεί περισσότερη δυστυχία για μας. Επίσης θεωρούμε ότι πολλοί πόνοι είναι προτιμότεροι από κάποιες ηδονές, επειδή, μετά την πολύχρονη υπομονή στους πόνους, επέρχεται μεγαλύτερη ηδονή. Μπορεί βεβαίως κάθε ηδονή να έχει στην φύση της το αγαθό, εντούτοις όμως δεν επιλέγουμε την κάθε ηδονή, κι έτσι ομοίως κάθε πόνος έχει στην φύση του το κακό, αλλά δεν  τους αποφεύγουμε πάντα όλους.  Έχουμε, λοιπόν, καθήκον να κρίνουμε τα πάντα με συμμετρία και υπολογίζοντας την ωφέλεια και την ζημία κάθε φορά. Διότι ενίοτε χρησιμοποιούμε το καλό σαν να ήταν κακό και αντιστρόφως το κακό σαν να ήταν καλό.

Και την αυτάρκεια την θεωρούμε σημαντικό αγαθό, όχι για να χρησιμοποιούμε πάντα τα λιγότερα, αλλά για να αρκούμαστε στα λίγα, όταν δεν έχουμε τα πολλά, πιστεύοντας ακράδαντα, ότι πιο ευχάριστα απολαμβάνουν την πολυτέλεια, όσοι αναζητούν τα λιγότερα απ’ αυτήν, και ότι το κάθε τι που είναι φυσικό εύκολα το βρίσκουμε, ενώ το κενόδοξο δύσκολα. Διότι η λιτή διατροφή ενέχει την ίδια ηδονή με την πολυτελή, όταν όλος ο πόνος της έλλειψης εξαλειφθεί. Και το ψωμί και το νερό την μέγιστη φέρνουν ηδονή, όταν προσκομίζει κάποιος αυτά την στιγμή που τα χρειάζεται. Το να συνηθίζεις, λοιπόν, στην λιτή και όσι στην πολυτελή διατροφή και στην υγεία ωφελεί επιπλέον, και σε εγρήγορση διατηρεί τον άνθρωπο για τις καθημερινές του ασχολίες, και, όταν ενιαχού πηγαίνουμε σε πολυτελή γεύματα, η διάθεσή μας είναι καλύτερη, και προετοιμαζόμαστε ώστε να μην φοβόμαστε τις εναλλαγές της τύχης.

Όταν, λοιπόν, λέμε ότι ο σκοπός της ύπαρξης είναι η ηδονή, δεν αναφερόμαστε ούτε στις ηδονές των χαμαίζηλων, ούτε στις ηδονές που βρίσκουμε στις απολαύσεις, όπως νομίζουν κάποιοι που επειδή αγνοούν τις απόψεις μας, είτε διαφωνούν μαζί μας, είτε παραφράζουν αρνητικά τα πιστεύω μας, αλλά αυτό που εννοούμε είναι η αποφυγή των σωματικών πόνων και η νηνεμία της ψυχής. Γιατί ούτε τα γλέντια με τις κρασοκατανύξεις, ούτε οι ερωτικές περιπτύξεις με αγόρια και γυναίκες, ούτε τα πολυτελή γεύματα με τα ψάρια ή όποιο άλλο πολυτελές έδεσμα, οδηγούν στην ευχάριστη ζωή, αλλά η νηφάλια σκέψη, που και τις αιτίες κάθε επιλογής ή απόρριψης αναζητά, και διώχνει μακριά τις λανθασμένες απόψεις που ταραχεύουν την ψυχή.

Από όλα αυτά όμως αρχή και μέγιστο αγαθό είναι η φρόνηση. Γι’ αυτό και πολυτιμότερη από την φιλοσοφία είναι η φρόνηση, από την οποία εκπηγάζουν όλες οι υπόλοιπες αρετές, η οποία μας διδάσκει ότι δεν γίνεται να ζούμε ευχάριστα, αν δεν ζούμε συνετά, καλά και δίκαια, ούτε συνετά, καλά και δίκαια, αν δεν ζούμε ευχάριστα, και ότι η ευχάριστη ζωή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτά.

Ποιος, επίσης, πιστεύεις οτι είναι σημαντικότερος από εκείνον που μιλά με σεβασμό για τα ιερά και τα θεία, και που παντοτινά δεν φοβάται τον θάνατο και τον σκοπό της φύσης έχει συλλογιστεί, και που έχει καταλάβει ότι το όριο των αγαθών εύκολα το λαμβάνουμε και το ικανοποιούμε, ενώ το κακό διαρκεί λίγο, ή δεν πονάει αρκετά ; Από εκείνον που χλευάζει την μοίρα, όταν άλλοι θεωρούν ότι εξουσιάζει την ζωή, από εκείνον που κατανοεί πως κάποια πράγματα είναι τυχαία, κάποια τα καθορίζουμε εμείς, και κάποια είναι αναγκαία, για τα οποία δεν ευθυνόμαστε, ενώ απ’ την άλλη η τύχη είναι ασταθής, κι αυτά που εξαρτώνται από εμάς δεν τα κυβερνάει τίποτε άλλο, και για αυτά τα τελευταία, άλλα είναι μεμπτά, άλλα όμως επαινετέα ; Και μάλλον θα ήταν καλύτερο να πιστεύουμε στον μύθο των θεών παρά να ασκούμαστε στην περί μοίρας θεώρηση των φιλόσοφων που ασχολούνται με την φύση. Αφού από την μιά με το να τιμούμε τους θεούς ο μύθος δίνει ελπίδα να σωθεί η ψυχή, ενώ από την άλλη η θεώρηση των φιλόσοφων αποδέχεται την αμείλικτη αναγκαιότητα των πραγμάτων. Αυτός δεν θεωρεί την τύχη θεό, όπως νομίζουν οι περισσότεροι, ούτε τον θεωρεί ένα αβέβαιο αίτιο – μιας και τίποτα δεν κάνουν δίχως τάξη οι θεοί. Ούτε πιστεύει πως από την τύχη προέρχεται το καλό και το κακό στους ανθρώπους, ώστε να ζούνε μια ευτυχισμένη ζωή, αλλά ότι απλώς είναι μόνο η αρχή μεγάλης ευτυχίας ή τρομερών δεινών. Αυτός πιστεύει ότι είναι προτιμότερο να αποτύχει κάπου αν έχει πρώτα σκεφτεί λογικά, παρά να πετύχει κάπου καίτοι δεν σκέφτηκε πρωτύτερα τις πράξεις του. Γιατί στις πράξεις μας είναι καλύτερο να μην κατορθωθεί αυτό που γεννήθηκε μέσα από την λογική, παρά να επιτευχθεί κάτι που υπήρξε αιτία παράλογων επιλογών.

Αυτά, λοιπόν, τα ζητήματα και τα παρόμοια τους να στοχάζεσαι νυχθημερόν, και με τους συνοδοιπορούντες  εσού, και ποτέ δεν θα διαταραχθείς ούτε στον ξύπνιο σου, ούτε στα όνειρά σου. Αντίθετα θα ζείς μέσα στους ανθρώπους σαν θεός. Γιατί όποιος ζει μέσα σε αθάνατα αγαθά δεν μοιάζει με ζωντανό θνητό.

Να υγιαίνεις,

φιλικά Επίκουρος.

ΕΚΤΑΚΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ γ’

ΚΑΡΑΝΤΙΝΑ : Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ :

Ο όρος δόθηκε από τους Βενετούς τον 14ο αιώνα, την εποχή που εμφανίστηκε στην Ευρώπη μια από τις πιο καταστροφικές πανδημίες όλων των εποχών, η μαύρη πανώλη. Έτσι, η λέξη “καραντίνα” προέκυψε από το Ιταλικό Quaranti Giorni (σαράντα ημέρες). Την ασθένεια την έφεραν από τη μαύρη θάλασσα τα εμπορικά πλοία της Γένοβας που έδεσαν στη Σικελία τον Οκτώβριο του 1347, γεμάτα νεκρούς κι ετοιμοθάνατους. Η μαύρη πανώλη εξαπλωνόταν ακαριαία και μέσα σ ένα χρόνο ξέφυγε από την Ιταλία και διαδόθηκε στην κεντρική Γαλλία, τη Νότια Αγγλία και τις κάτω χώρες. Βλέποντας την εξέλιξη της πανδημίας οι Βενετοί απαγόρευσαν στα πληρώματα των πλοίων να επιβαίνουν στη Βενετία και τους υποχρέωσαν σε απομόνωση 40 ημερών (“Quaranti Giorni”). Στη συνέχεια οι Βρετανοί μετέφρασαν τον όρο σε “Quarantine”. Έτσι η απομόνωση αυτή του πληρώματος που έγινε για να περιορίσει την εξάπλωση της πανδημίας ονομάστηκε καραντίνα.

ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, 14/03/2020

Άναυλα : (επίρρημα), αρχική σημασία, όπως είναι ολοφάνερο, χωρίς ναύλα, ανέξοδα, τζαμπατζήδικα, ωστόσο με την μεταφορική του (και μάλλον πιο συχνή του χρήση) σημασία σημαίνει : αναγκαστικά, βιαίως, αδικαιολόγητα, εσφαλμένα, άδικα, παράλογα :

» … Πράγματι μπορούμε να μεμφθούμε τη λαϊκή ομιλία ότι, συχνά και άναυλα, αρέσκεται σε παγιωμένες μεταφορές που δεν έχουν καμία διαφάνεια … «, από το βιβλίο «Λάδια Ξίδια», Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Καστανιώτης 1996

ΕΚΤΑΚΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ β’

Ας ακούσουμε τις  ανεπανάληπτες περιγραφές του Φιλίππου Συρίγου  στα τρία τελευταία παιχνίδια του 1987 , στο τέλος αυτών …

………..

ΠΡΟΗΜΙΤΕΛΙΚΟΣ ΙΤΑΛΙΑ – ΕΛΛΑΔΑ  1987 (10/06/87, 19:30)

2 λεπτά και 56 δευτερόλεπτα πριν το τέλος του αγώνα :

« Θα είναι η πρώτη νίκη επί της Ιταλίας, πρωταθλήτριας Ευρώπης το 1983, μετά από 17 αγώνες που είχαμε ισάριθμες ήττες, και θα είναι η πρώτη φορά που το ελληνικό μπάσκετ, η εθνική μας ομάδα θα φτάσει στις 4 καλύτερες ομάδες τις Ευρώπης, σ ένα πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα….»

1 λεπτό και 44 δευτερόλεπτα :

« ακόμα 1 λεπτό και 44 δευτερόλεπτα, 1 λεπτό και 40 δευτερόλεπτα χωρίζει την ελληνική ομάδα από το θρίαμβο, ο κόσμος πια … όλε ! με σημαίες με χειροκροτήματα ! με κραυγές ! Ελλάς ! Ελλάς ! είναι απ τις μεγαλύτερες στιγμές του ελληνικού αθλητισμού ! ίσως η πιο μεγάλη στιγμή του ελληνικού μπάσκετ ! »

18 δευτερόλεπτα πριν το τέλος :

« Γιαννάκης για τον Ιωάννου μέσα σε πραγματική αποθέωση ! »

Αντίστροφη μέτρηση τέλος και μετά :

«ΕΙΝΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ! ΕΙΝΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ! 78 – 90 ! Η ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΑ ΗΜΙΤΕΛΙΚΑ ! ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΣ 4 ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΟΜΑΔΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ! Αυτή η εθνική ομάδα που ποτέ στην ιστορία της δεν είχε έρθει σε καλύτερη θέση απ την 8η καταπλήσσει αυτή τη στιγμή όλη την Ευρώπη ! Χάρις  στον Γκάλη χάρις στο Γιαννάκη χάρις στο Χριστοδούλου τον Καμπούρη το Φασούλα όλα τα παιδιά χάρις στον Κώστα Πολίτη που 5 χρόνια πασχίζει και μοχθεί στο πάγκο χάρις την ελληνική ομοσπονδία  χάρις σε όλους όσους βοηθάνε τον ελληνικό αθλητισμό αυτή τη στιγμή έχουμε ένα από τα μεγαλύτερα κατορθώματα ! μια απ τις μεγαλύτερες επιτυχίες ! η εθνική μας ομάδα είναι στους 4 της Ευρώπης ! και θα διεκδικήσει την Παρασκευή την είσοδο της στον τελικό ! απέναντι στην μεγάλη Γιουγκοσλαβία ! Ξανά ! εννιάμιση ώρα την Παρασκευή θα παιχτεί το τελευταίο  μεγάλο χαρτί ! η ελληνική ομάδα θα χτυπήσει την πόρτα του τελικού ! απέναντι στην ταξιαρχία του Πέτροβιτς ! Τους νικήσαμε όμως στην πρώτη φάση ! έτσι λοιπόν υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις ίσως ακόμα μια παραπάνω  το μεγάλο πια ηθικό οι εμπιστοσύνη στις δικές μας δυνάμεις και ίσως η επάνοδος του Νίκου Φιλίππου που τόσο έλλειψε απ τα προηγούμενα παιχνίδια ! Απολαύστε στιγμές ! είναι πραγματικά μεγάλες ! για τον αθλητισμό μας ! για μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα που στάθηκε με μεγάλη δύναμη με μεγάλη αξία σ αυτό το πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα απέναντι στους γίγαντες του παγκόσμιου αθλητισμού στους γίγαντες του  παγκόσμιου μπάσκετ όπως η Γιουγκοσλαβία η Σοβιετική Ένωση η Ιταλία η Ισπανία !  Η προσπάθεια των παιδιών λοιπών θα έχει συνέχεια ! Είμαστε βέβαιοι πως θα έχει μια μεγάλη συνέχεια γιατί εδώ που φτάσαμε πια δεν υπάρχουν πισωγυρίσματα ! υπάρχει μόνο ο δρόμος προς τον θρίαμβο ! Ραντεβού λοιπόν με την ελληνική ομάδα την Παρασκευή στις εννιάμιση ώρα ! Αντίπαλος θα είναι η Γιουγκοσλαβία ! και η θέση που θα χτυπήσουμε πια είναι για τον τελικό ! Κυρίες δεσποινίδες και κύριοι απολαύσατε ίσως μια απ τις μεγαλύτερες  στιγμές του ελληνικού αθλητισμού ! η ζωντανή μας μετάδοση τελείωσε καλή σας νύχτα ! »

 

ΗΜΙΤΕΛΙΚΟΣ  ΕΛΛΑΔΑ – ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ  1987 (12/06/87, 21:30)

 

Προεκφώνηση : « Κυρίες, δεσποινίδες και κύριοι, από το στάδιο Ειρήνης και Φιλίας γεια σας ! Σε λίγη ώρα η εθνική ομάδα του μπάσκετ θα ξεκινήσει έναν από τους σημαντικότερους αγώνες στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού ! Απέναντι στη μεγάλη Γιουγκοσλαβία θα διεκδικήσει την είσοδό της στον τελικό του 25ου πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος. Πράγμα που καμία εθνική μας ομάδα σε οποιοδήποτε σπορ δεν έχει μπορέσει να τα κάνει μέχρι σήμερα. »

00:26 πρίν το τέλος : « Γιαννάκη στο Γκάλη και φάουλ πολύ ωραία, φάουλ από τον Βεντιτσκιάνι , έχουμε άλλα 30 δευτερόλεπτα ενώ απομένουν 26 για να τελειώσει το παιχνίδι ! Η νίκη είναι σε χέρια ελληνικά ! το πανηγύρι αρχίζει !»

00:15 :» Ιωάννου θα πάρει φάουλ από τον Ράντοβιτς 15 δευτερόλεπτα πριν το τέλος ! Η Ελλάδα είναι στον τελικό ! Η Ελλάδα κερδίζει για δεύτερη φορά την μεγάλη Γιουγκοσλαβία ! Είναι απίστευτο πραγματικά ! Είναι ένας άθλος χωρίς προηγούμενο ! Οι παίχτες μας ξεπέρασαν, έσπασαν τα σύνορα και της πιο τολμηρής φαντασίας ! Είναι ένα κατόρθωμα που όμοιο του ίσως δεν έχει να παρουσιάσει ξανά ο ελληνικός αθλητισμός ! Ποτέ ! Μα ποτέ ένα τέτοιο θαύμα ! Ένα τέτοιο ηρωικό ένα τέτοιο μεγάλο κατόρθωμα !  Η Ελλάδα στον τελικό του πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος ! Την χωρίζουν μόλις 15 δευτερόλεπτα ! Ότι και να πούμε, όσο και να προσπαθήσουμε να περιγράψουμε αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή  στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας είναι αδύνατο ! Το βέβαιο είναι ότι αυτά τα παιδιά, αυτός ο κόσμος  γράφουν ίσως την πιο χρυσή σελίδα στην ιστορία της  ελληνικής αθλητικής ιστορίας !

Τέλος παιχνιδιού : « Το παιχνίδι τελείωσε !!!!!! Είναι το τέλος !!! 81 – 77 !!!! Η εθνική μας είναι στον τελικό ! Η ελληνική ομάδα πραγματικά στον  Όλυμπο ! Το πιο ψηλό σημείο της δόξας ! Το ελληνικό μπάσκετ θριαμβεύει ! Τέτοια γιορτή τέτοιος θρίαμβος τέτοιο πανηγύρι ! Κυρίες δεσποινίδες και κύριοι ποτέ ! Ποτέ δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ δεν το είδαμε ! Οι στιγμές είναι ανεπανάληπτες ! Ραντεβού λοιπόν απ’ τα μεγάφωνα ! Όλοι εδώ ! Όλη η Ελλάδα στραμμένη προς το στάδιο Ειρήνης και Φιλίας ! Την Κυριακή 8 το βράδυ ! Όσοι μείνουν απ’ έξω δυστυχώς μόνο 15.000 χιλιάδες θα μπουν στο στάδιο όλοι οι άλλοι καρφωμένοι στις τηλεοράσεις με μια καρδιά με μια ελπίδα ! Η Ελλάδα και πρωταθλήτρια Ευρώπης ! Τώρα πια εδώ που χει φτάσει μπορεί ! Δεν υπάρχει άλλος δρόμος ! Θρίαμβος και στον τελικό απέναντι στην τρομερή ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης ! Κυρίες δεσποινίδες και κύριοι νομίζω πως δεν έχω άλλη φωνή για να συνεχίσω αυτή την μετάδοση θα πρέπει να σας αφήσω μόνο με την εικόνα ! Ραντεβού την Κυριακή στις 8 το βράδυ ! Για τον τελικό και για τον θρίαμβο ! Γεια σας ! »

ΤΕΛΙΚΟΣ  ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ – ΕΛΛΑΔΑ  1987 (14/06/87, 20:00)

 

04:00 πριν το τέλος : « Ριμπάουντ ο Καμπούρης και φάουλ ο Πομπόροφ ! Φάουλ ο Πομπόροφ 4 δευτερόλεπτα πριν το τέλος ! Ακόμα 4 δευτερόλεπτα ! Ο Αργύρης Καμπούρης κρατάει την πρόκριση στα χέρια του ! Με 2 βολές ! Με 2 βολές που μπρούν να στείλουν την Ελληνική ομάδα την εθνική μας ομάδα στον ουρανό ! …Τίποτα τίποτα δεν μας σταματά ! Πραγματικά είμαστε τόσο κοντά, η  πρόκριση στα χέρια αυτού του τίμιου γίγαντα ! Αργύρης Καμπούρης …. 101 – 102 ! Και μόνο 4 δευτερόλεπτα ! Προσοχή μόνο μην επωφεληθούν οι Σοβιετικοί από αυτά  τα 4 δευτερόλεπτα … 101 – 103 ! Θέλει προσοχή ! Ο Βάλτερ για τον Γιοβάησα σουτ τριών πόντων και η μπάλα έξω ! ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ !!!! Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΡΙΑ ΕΥΡΩΠΗΣ !!!! Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΡΙΑ ΕΥΡΩΠΗΣ !!! ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΠ ΤΙΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ !!! ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΘΡΙΑΜΒΟΣ !!! ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑ !!! Η Ελλάδα πρωταθλήτρια Ευρώπης κερδίζοντας 2 φορές την Γιουγκοσλαβία και μία φορά την Σοβιετική Ένωση ! Η καρδιά όλης της Ευρώπης χτυπάει εδώ στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας ! Ένας μύθος κατατρίφθηκε! Ένας μύθος γράφτηκε μια μεγάλη εποποιία !   Ένα ηρωικό κατόρθωμα που όμοιό του δεν έχει να επιδείξει ποτέ στο παρελθόν ο παγκόσμιος αθλητισμός ! Μια χώρα με 8μιση μόνο εκατομμύρια, με 8μιση μόνο εκατομμύρια νίκησε τον κολοσσό των 251 εκατομμυρίων !  Είναι πραγματικά η νίκη του Δαβίδ επί του Γολιάθ ! Και είναι η νίκη είναι ο θρίαμβος αυτών των ηρωικών παιδιών αυτού του ηρωικού κόσμου που πίστεψε περισσότερο απ τον καθένα ! Σαμπάνιες ανοίγουν από παντού ! Το πανηγύρι δεν έχει κανένα προηγούμενο ! Κοιτάχτε τους παίκτες μας πως κάνουν ! και πραγματικά γιατί να μην κάνουν ;… Ποιος το περίμενε ! ποιος πραγματικά το περίμενε…; Και δω αρχίζουν οι πανηγυρισμοί απ την Ομόνοια…»

 

 

 

ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ, 01/03/2020

Μυκτηρίζω : αρχικά είχε την σημασία του ότι πάσχει από αιμορραγία η μύτη μου. Όμως χρησιμοποιείται αλλιώς :  με ένα μορφασμό της μύτης κατηγορώ, χλευάζω, περιφρονώ, περιγελώ, κάποιον ή κάτι : » Αυτοί μιλάν κατ’ αυθεντίαν  και σου απαντάν…» Διαστρέφεις την ιστορικήν αλήθειαν εκ προθέσεως, δια να υποτιμήσεις το Μεγαλείον της Πατρίδος. (Περικαλώ;…). Μυκτηρίζεις την συμβολήν των Μεγάλων ανδρών, εις τον υπέρ της ελευθερίας αγών των Ελλήνων. » «, Γιάννης Σκαρίμπας, » Το 1821 και η Αλήθεια», εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, 1995